Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rehearse
01
κάνω πρόβα, εξασκούμαι
to practice a play, piece of music, etc. before the public performance
Transitive: to rehearse a performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rehearse
γ΄ ενικό πρόσωπο
rehearses
ενεστώτα μετοχή
rehearsing
απλός αόριστος
rehearsed
παθητική μετοχή
rehearsed
Παραδείγματα
The actors gathered in the theater to rehearse their lines and perfect their stage movements before the opening night.
Οι ηθοποιοί συγκεντρώθηκαν στο θέατρο για να κάνουν πρόβα τα λόγια τους και να τελειοποιήσουν τις σκηνικές τους κινήσεις πριν από την πρεμιέρα.
02
επαναλαμβάνω, εξηγώ ξανά
to restate previously expressed opinions or ideas in detail
Transitive: to rehearse a statement
Παραδείγματα
In the meeting, she rehearsed her arguments to emphasize the importance of the project.
Στη συνάντηση, επανέλαβε τα επιχειρήματά της για να τονίσει τη σημασία του έργου.



























