Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rehash
01
επαναλαμβάνω, επανεξετάζω
to discuss, consider, or deal with again, usually with the aim of resolving something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rehash
γ΄ ενικό πρόσωπο
rehashes
ενεστώτα μετοχή
rehashing
απλός αόριστος
rehashed
παθητική μετοχή
rehashed
Παραδείγματα
We don't need to rehash that old argument again.
Δεν χρειάζεται να ξανασυζητήσουμε αυτό το παλιό επιχείρημα.
02
ανακυκλώνω, επαναλαμβάνω το παλιό
to present something old or already used in a slightly different way or with minor alterations, often without adding anything new
Παραδείγματα
The author was criticized for rehashing old ideas in their latest book.
Ο συγγραφέας επικρίθηκε για το ότι επαναλάμβανε παλιές ιδέες στο τελευταίο του βιβλίο.
Rehash
01
επανάληψη, ανασύνθεση
material, ideas, or content that has been reused with only minor changes or updates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rehashes
Παραδείγματα
The article was criticized as a rehash of previous reports.
Το άρθρο επικρίθηκε ως ανακεφαλαίωση προηγούμενων αναφορών.
Λεξικό Δέντρο
rehash
hash



























