Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to quick-freeze
01
γρήγορη κατάψυξη, κατάψυξη σοκ
to rapidly lower the temperature of something to maintain its freshness or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
quick-freeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
quick-freezes
ενεστώτα μετοχή
quick-freezing
απλός αόριστος
quick-froze
παθητική μετοχή
quick-frozen
Παραδείγματα
The fisherman quick-froze the catch immediately after returning to shore to maintain its freshness.
Ο ψαράς κατάψυξε γρήγορα το ψάρι αμέσως μετά την επιστροφή στην ακτή για να διατηρήσει τη φρεσκάδα του.



























