Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
puny
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
puniest
συγκριτικός βαθμός
punier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puny sapling struggled to grow amidst the towering trees of the forest.
Το αδύναμο δενδρύλλιο αγωνιζόταν να μεγαλώσει ανάμεσα στα ψηλά δέντρα του δάσους.
02
ασήμαντος, άθλιος
not impressive in amount or quality
Παραδείγματα
The puny attempt at a joke didn't get any laughs from the audience.
Η ασήμαντη προσπάθεια για αστείο δεν πήρε κανένα γέλιο από το κοινό.



























