puny
pu
ˈpju:
pyoo
ny
ni
ni
punky

Ορισμός και σημασία του "puny"στα αγγλικά

01

αδύναμος, μικρός

small and weak in strength or size 
puny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
puniest
συγκριτικός βαθμός
punier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puny sapling struggled to grow amidst the towering trees of the forest. 

Το αδύναμο δενδρύλλιο αγωνιζόταν να μεγαλώσει ανάμεσα στα ψηλά δέντρα του δάσους.

02

ασήμαντος, άθλιος

not impressive in amount or quality 
Παραδείγματα
The puny attempt at a joke didn't get any laughs from the audience. 

Η ασήμαντη προσπάθεια για αστείο δεν πήρε κανένα γέλιο από το κοινό.

Λεξικό Δέντρο

punily
puniness
puny
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store