Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pupate
01
μεταμορφώνομαι σε νύμφη, γίνομαι χρυσαλλίδα
to transform from the larval stage into a pupa during an insect's development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pupate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pupates
ενεστώτα μετοχή
pupating
απλός αόριστος
pupated
παθητική μετοχή
pupated
Παραδείγματα
The caterpillar climbed onto a leaf to pupate in a safe location.
Η κάμπια ανέβηκε σε ένα φύλλο για να γίνει χρυσαλλίδα σε ένα ασφαλές μέρος.
Λεξικό Δέντρο
pupate
pupa



























