to pupate
pu
pju:
pyoo
pate
ˈpeɪt
peit

Ορισμός και σημασία του "pupate"στα αγγλικά

to pupate
01

μεταμορφώνομαι σε νύμφη, γίνομαι χρυσαλλίδα

to transform from the larval stage into a pupa during an insect's development 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pupate
γ΄ ενικό πρόσωπο
pupates
ενεστώτα μετοχή
pupating
απλός αόριστος
pupated
παθητική μετοχή
pupated
Παραδείγματα
The caterpillar climbed onto a leaf to pupate in a safe location. 

Η κάμπια ανέβηκε σε ένα φύλλο για να γίνει χρυσαλλίδα σε ένα ασφαλές μέρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pupate
pupa
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store