puny
Pronunciation
/ˈpjuni/

Ορισμός και σημασία του "puny"στα αγγλικά

01

αδύναμος, μικρός

small and weak in strength or size
puny definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
puniest
συγκριτικός βαθμός
punier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puny plant struggled to grow in the shadow of the towering trees.
Το αδύναμο φυτό αγωνίστηκε να μεγαλώσει στη σκιά των πανύψηλων δέντρων.
02

ασήμαντος, άθλιος

not impressive in amount or quality
Παραδείγματα
The company ’s puny attempts at innovation failed to impress the market.
Οι μικροσκοπικές προσπάθειες της εταιρείας για καινοτομία απέτυχαν να εντυπωσιάσουν την αγορά.

Λεξικό Δέντρο

punily
puniness
puny
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store