Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pull through
01
βοηθώ να ξεπεραστεί, σώζω
to help someone overcome a challenging or life-threatening situation
Ditransitive: to pull through sb a difficult situation
Παραδείγματα
The doctors worked tirelessly to pull her through the surgery.
Οι γιατροί εργάστηκαν ακούραστα για να τη βοηθήσουν να περάσει τη χειρουργική επέμβαση.
02
ανακάμπτω, ξεπερνώ
to recover from an illness, a serious operation, or other difficult situations
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
pull
ενεστώτας
pull through
γ΄ ενικό πρόσωπο
pulls through
ενεστώτα μετοχή
pulling through
απλός αόριστος
pulled through
παθητική μετοχή
pulled through
Παραδείγματα
Despite the odds, the patient pulled through after a complex surgery and is now in stable condition.
Παρά τις δυσκολίες, ο ασθενής ανάρρωσε μετά από μια πολύπλοκη εγχείρηση και τώρα βρίσκεται σε σταθερή κατάσταση.
03
τραβώ μέσα, σώζω
to bring someone or something into a safe condition
Transitive: to pull through sb
Παραδείγματα
Spotting the stranded hiker, the helicopter crew pulled him through from the steep cliff edge.
Παρατηρώντας τον παγιδευμένο πεζοπόρο, το πλήρωμα του ελικοπτέρου τον έβγαλε από την απόκρημνη άκρη του βράχου.
04
ξεπεράσει, ολοκληρώσει με επιτυχία
to successfully complete a difficult task or project
Intransitive
Παραδείγματα
Despite the tight deadline, the team pulled through and delivered the project on time.
Παρά την αυστηρή προθεσμία, η ομάδα τα κατάφερε και παρέδωσε το έργο εγκαίρως.



























