proximate
prox
ˈprɒk
prok
i
si
mate
mɪt
mit

Ορισμός και σημασία του "proximate"στα αγγλικά

01

κοντινός, άμεσος

directly related or closely linked in cause or effect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The proximate cause of the fire was a faulty electrical wire. 

Η άμεση αιτία της πυρκαγιάς ήταν ένα ελαττωματικό ηλεκτρικό καλώδιο.

02

κοντινός, άμεσος

very close in time, occurring just before or after another event 
Παραδείγματα
The proximate events of the day led to a very busy evening. 

Τα κοντινά γεγονότα της ημέρας οδήγησαν σε μια πολύ απασχολημένη βραδιά.

03

κοντινός, γειτονικός

located very near in space 
Παραδείγματα
The restaurant’s proximate location to the office made it a popular lunch spot. 

Η κοντινή θέση του εστιατορίου στο γραφείο το έκανε δημοφιλές μέρος για μεσημεριανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store