Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pounce
01
εφορμώ, πηδώ
to move down on something or someone with a sudden, swift action, typically with the intention of seizing or capturing
Intransitive: to pounce on sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
pounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
pounces
ενεστώτα μετοχή
pouncing
απλός αόριστος
pounced
παθητική μετοχή
pounced
Παραδείγματα
The bird swooped down from the sky and pounced on the unsuspecting rodent.
Το πουλί έπεσε από τον ουρανό και επιτέθηκε στο αφελές τρωκτικό.
Pounce
01
άλμα, επίθεση
the act of pouncing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pounces
Λεξικό Δέντρο
pouncing
pounce



























