Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ply
01
προμηθεύω, εφοδιάζω
to offer or supply something generously or abundantly, often in response to a request or need
Ditransitive: to ply sb with a resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ply
γ΄ ενικό πρόσωπο
plies
ενεστώτα μετοχή
plying
απλός αόριστος
plied
παθητική μετοχή
plied
Παραδείγματα
In response to the humanitarian crisis, international organizations collaborated to ply the affected regions with medical aid and resources.
Σε απάντηση στην ανθρωπιστική κρίση, διεθνείς οργανισμοί συνεργάστηκαν για να εφοδιάσουν τις πληγείσες περιοχές με ιατρική βοήθεια και πόρους.
02
χειρίζομαι επιδέξια, χρησιμοποιώ με επιδεξιότητα
to use a tool skillfully and diligently, often in a repetitive or continuous manner
Transitive: to ply a tool
Παραδείγματα
In the workshop, the sculptor would ply various carving tools to bring out the details in the marble statue.
Στο εργαστήριο, ο γλύπτης θα χειριζόταν επιδέξια διάφορα εργαλεία γλυπτικής για να αναδείξει τις λεπτομέρειες στο μαρμάρινο άγαλμα.
03
ασχολούμαι, ασκώ
to engage in a task or activity with focused effort and dedication
Transitive: to ply an activity or skill
Παραδείγματα
The scientist continued to ply their research, exploring new frontiers and contributing to advancements in their field.
Ο επιστήμονας συνέχισε να ασχολείται με την έρευνά του, εξερευνώντας νέα σύνορα και συμβάλλοντας στην πρόοδο στον τομέα του.
04
διανύω μια συγκεκριμένη διαδρομή τακτικά, ταξιδεύω κατά μήκος μιας συγκεκριμένης διαδρομής τακτικά
to travel along a specific path on a regular basis
Transitive: to ply a path
Παραδείγματα
In the early hours, the milkman would ply the neighborhood, leaving fresh dairy products at doorsteps.
Στις πρώτες ώρες του πρωινού, ο γαλατάς διέσχιζε τη γειτονιά, αφήνοντας φρέσκα γαλακτοκομικά προϊόντα στις πόρτες.
Ply
01
στρώμα, φύλλο
a layer of material, such as cloth, paper, or wood, especially one of several bonded layers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plies
Παραδείγματα
The jacket 's insulation consists of two plies of cotton.
Η μόνωση του μπουφάν αποτελείται από δύο στρώσεις βαμβακιού.
02
νήμα, κλωστή
a strand or thread, often twisted with others to form yarn, rope, or cord; frequently used in combination
Παραδείγματα
Plying multiple plies produces a stronger rope.
Στρώση πολλών στρώσεων παράγει ένα ισχυρότερο σχοινί.
Λεξικό Δέντρο
pliancy
pliant
plyer
ply



























