Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Plyboard
01
πολυσανίδι, σανίδα πολυσανίδι
a laminate made of thin layers of wood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
plyboards
LanGeek



























