pliable
plia
ˈplaɪə
plaie
ble
bəl
bēl
viablereliableliableexpiable

Ορισμός και σημασία του "pliable"στα αγγλικά

01

εύκαμπτος, πλαστικός

easily bent, shaped, or manipulated without breaking or cracking 
pliable definition and meaning
Παραδείγματα
The clay was pliable, allowing the sculptor to mold it into various forms with their hands. 

Ο πηλός ήταν εύκαμπτος, επιτρέποντας στον γλύπτη να το διαμορφώσει σε διάφορα σχήματα με τα χέρια του.

02

εύκαμπτος, προσαρμοστικός

well adapting to new and different conditions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pliable
συγκριτικός βαθμός
more pliable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pliable employee quickly learned the new software system, impressing her manager with her adaptability. 

Ο ευέλικτος υπάλληλος έμαθε γρήγορα το νέο λογισμικό, εντυπωσιάζοντας τον διευθυντή του με την προσαρμοστικότητά του.

03

εύπλαστος, επηρεάσιμος

(of a person) capable of being led and influenced by others 
Παραδείγματα
The pliable workers followed their supervisor’s directions without question, leading to a lack of innovation in the team. 

Οι εύπλαστοι εργαζόμενοι ακολούθησαν τις οδηγίες του επόπτη τους χωρίς ερωτήσεις, οδηγώντας σε έλλειψη καινοτομίας στην ομάδα.

Λεξικό Δέντρο

pliability
pliable
ply
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store