Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pliable
01
εύκαμπτος, πλαστικός
easily bent, shaped, or manipulated without breaking or cracking
Παραδείγματα
The wire is pliable enough to be bent into intricate shapes for crafting or construction.
Το σύρμα είναι αρκετά εύκαμπτο για να λυγίσει σε περίπλοκα σχήματα για χειροτεχνία ή κατασκευή.
Παραδείγματα
The pliable policies of the organization enabled it to respond swiftly to shifts in market demand.
Οι ευέλικτες πολιτικές του οργανισμού του επέτρεψαν να ανταποκριθεί γρήγορα στις αλλαγές στη ζήτηση της αγοράς.
03
εύπλαστος, επηρεάσιμος
(of a person) capable of being led and influenced by others
Παραδείγματα
The group ’s pliable mindset allowed them to accept various viewpoints, but it also made them vulnerable to manipulation.
Η εύκαμπτη νοοτροπία της ομάδας τους επέτρεψε να δέχονται διάφορες απόψεις, αλλά τους έκανε και ευάλωτους στη χειραγώγηση.
Λεξικό Δέντρο
pliability
pliable
ply



























