to plight
plight
plaɪt
plait
heightfrightspriteflight

Ορισμός και σημασία του "plight"στα αγγλικά

to plight
01

ορκίζομαι, υπόσχομαι επίσημα

to formally and sincerely promise something 
Transitive: to plight a commitment
to plight definition and meaning
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plight
γ΄ ενικό πρόσωπο
plights
ενεστώτα μετοχή
plighting
απλός αόριστος
plighted
παθητική μετοχή
plighted
Παραδείγματα
The soldiers often plight their allegiance to the flag during ceremonies. 

Οι στρατιώτες συχνά ορκίζονται πίστη στη σημαία κατά τις τελετές.

01

δύσκολη κατάσταση, απελπισία

an unpleasant, sad, or difficult situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plights
02

όρκος, υπόσχεση

a solemn pledge of fidelity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store