plight
plight
plaɪt
πλαιτ
/plˈa‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "plight"στα αγγλικά

to plight
01

ορκίζομαι, υπόσχομαι επίσημα

to formally and sincerely promise something
Transitive: to plight a commitment
to plight definition and meaning
Old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
plight
γ΄ ενικό πρόσωπο
plights
ενεστώτα μετοχή
plighting
απλός αόριστος
plighted
παθητική μετοχή
plighted
Παραδείγματα
The soldiers plighted their honor to the kingdom.
Οι στρατιώτες υποσχέθηκαν την τιμή τους στο βασίλειο.
01

δύσκολη κατάσταση, απελπισία

an unpleasant, sad, or difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plights
02

όρκος, υπόσχεση

a solemn pledge of fidelity
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store