Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stretchy
01
ελαστικός, εκτατός
capable of being stretched or extended without breaking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stretchiest
συγκριτικός βαθμός
stretchier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
material, flexibility, clothing
Παραδείγματα
She wore a stretchy dress that allowed her to move comfortably.
Φορούσε ένα ελαστικό φόρεμα που της επέτρεπε να κινείται άνετα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stretchiness
stretchy
stretch



























