Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stricken
01
πληγμένος, επηρεασμένος
severely affected by a harmful condition or troubling emotion
Παραδείγματα
Many were stricken with malaria during the rainy season.
Πολλοί πλήχτηκαν από ελονοσία κατά τη διάρκεια της εποχής των βροχών.
02
κατεστραμμένος, λυπημένος
showing deep distress or suffering in appearance
Παραδείγματα
The villagers appeared stricken after the disaster.
Οι χωρικοί φαίνονταν κατεστραμμένοι μετά την καταστροφή.
03
πληγμένος, καταστραμμένος
seriously damaged or in distress
Παραδείγματα
The stricken aircraft lay smoking on the runway.
Το χτυπημένο αεροσκάφος βρισκόταν καπνίζοντας στον διάδρομο.



























