Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stricken
01
πληγμένος, επηρεασμένος
severely affected by a harmful condition or troubling emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The town was stricken by a severe drought.
Η πόλη χτυπήθηκε από μια σοβαρή ξηρασία.
02
κατεστραμμένος, λυπημένος
showing deep distress or suffering in appearance
Παραδείγματα
Her stricken face revealed her shock.
Το ταλαιπωρημένο πρόσωπό της αποκάλυψε το σοκ της.
03
πληγμένος, καταστραμμένος
seriously damaged or in distress
Παραδείγματα
The rescuers rushed to the stricken aircraft.
Οι διασώστες έσπευσαν στο πληγέν αεροσκάφος.



























