stretchy
stret
ˈstrɛ
stre
chy
ʧi
chi
sketchytetchytechy

Ορισμός και σημασία του "stretchy"στα αγγλικά

01

ελαστικός, εκτατός

capable of being stretched or extended without breaking 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stretchiest
συγκριτικός βαθμός
stretchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a stretchy dress that allowed her to move comfortably. 

Φορούσε ένα ελαστικό φόρεμα που της επέτρεπε να κινείται άνετα.

Λεξικό Δέντρο

stretchiness
stretchy
stretch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store