Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perversely
01
περικλώς
in a way that shows a stubborn refusal to behave reasonably or accept what is right
Παραδείγματα
They perversely rejected all offers of help, even when desperate.
Απορρίψαμε πεισματικά όλες τις προσφορές βοήθειας, ακόμα και όταν ήταν απελπισμένοι.
02
διεστραμμένα, με τροπο αντισυμβατικό
in a manner that goes against what is usual, expected, or appropriate
Παραδείγματα
They perversely celebrated the loss as a step forward, though most saw it as a setback.
Αυτοί διεστραμμένα γιόρτασαν την απώλεια ως ένα βήμα προς τα εμπρός, αν και οι περισσότεροι την είδαν ως ένα βήμα πίσω.
Λεξικό Δέντρο
perversely
perverse



























