Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perversely
01
περικλώς
in a way that shows a stubborn refusal to behave reasonably or accept what is right
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite the clear evidence, she perversely insisted that the earth was flat.
Παρά τα ξεκάθαρα στοιχεία, πεισματικά επέμενε ότι η γη ήταν επίπεδη.
02
διεστραμμένα, με τροπο αντισυμβατικό
in a manner that goes against what is usual, expected, or appropriate
Παραδείγματα
He was perversely proud of failing school, which surprised everyone.
Ήταν διεστραμμένα περήφανος που απέτυχε στο σχολείο, κάτι που έκπληξε όλους.
Λεξικό Δέντρο
perversely
perverse



























