to pant
pant
pænt
pānt
plantpaint

Ορισμός και σημασία του "pant"στα αγγλικά

to pant
01

λαχανιάζω, αναπνέω γρήγορα

to breathe quickly and loudly, often due to excitement, exertion, or energetic activity 
Intransitive
to pant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pant
γ΄ ενικό πρόσωπο
pants
ενεστώτα μετοχή
panting
απλός αόριστος
panted
παθητική μετοχή
panted
Παραδείγματα
After the intense sprint, he began to pant heavily to catch his breath. 

Μετά το έντονο σπριντ, άρχισε να λαχανιάζει βαριά για να πάρει ανάσα.

02

λαχανιάζω, μιλώ με λαχανιασμένη φωνή

to speak in a quick, breathless manner, often due to exertion, excitement, or anxiety 
Transitive: to pant sth
Παραδείγματα
“I did it!” she panted, hardly able to contain her excitement. 

«Τα κατάφερα!» λαχάνιασε, με δυσκολία συγκρατώντας τον ενθουσιασμό της.

01

λαχανιάζω, κοντή ανάσα

a short, quick, and labored intake of breath 
pant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pants
02

σφύριγμα, πουφ

the noise made by a short puff of steam (as from an engine) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store