Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
painful
01
επίπονος, πονεμένος
causing physical pain in someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painful
συγκριτικός βαθμός
more painful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painful bruise on his leg made it hard to walk.
Ο επίπονος μώλωπας στο πόδι του έκανε δύσκολο το περπάτημα.
Παραδείγματα
The painful cut on his hand required immediate attention.
Η επίπονη τομή στο χέρι του απαιτούσε άμεση προσοχή.
03
επίπονος, θλιβερός
causing significant distress or misery
Παραδείγματα
The loss of her beloved pet was a painful experience that took a long time to overcome.
Η απώλεια του αγαπημένου της κατοικιδίου ήταν μια επώδυνη εμπειρία που χρειάστηκε πολύ καιρό να ξεπεραστεί.
Λεξικό Δέντρο
painfully
painfulness
unpainful
painful
pain



























