painful
pain
ˈpeɪn
πειν
ful
fʊl
φουλ
pailful

Ορισμός και σημασία του "painful"στα αγγλικά

01

επίπονος, πονεμένος

causing physical pain in someone 
painful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painful
συγκριτικός βαθμός
more painful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, health, experience
Παραδείγματα
The painful bruise on his leg made it hard to walk. 

Ο επίπονος μώλωπας στο πόδι του έκανε δύσκολο το περπάτημα.

02

επίπονος, οδυνηρός

making one experience pain 
painful definition and meaning
Παραδείγματα
The painful cut on his hand required immediate attention. 

Η επίπονη τομή στο χέρι του απαιτούσε άμεση προσοχή.

03

επίπονος, θλιβερός

causing significant distress or misery 
Παραδείγματα
The loss of her beloved pet was a painful experience that took a long time to overcome. 

Η απώλεια του αγαπημένου της κατοικιδίου ήταν μια επώδυνη εμπειρία που χρειάστηκε πολύ καιρό να ξεπεραστεί.

04

επίπονος, απογοητευτικός

very bad or disappointing 
Παραδείγματα
Her presentation was painful, full of mistakes and awkward pauses. 

Η παρουσίασή της ήταν οδυνηρή, γεμάτη λάθη και αμήχανες παύσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

painfully
painfulness
unpainful
painful
pain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store