Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pains
Παραδείγματα
I have a sharp pain in my side when I breathe.
Έχω έναν οξύ πόνο στο πλευρό όταν αναπνέω.
02
πόνος, ταλαιπωρία
the emotional distress and suffering people try to avoid, like heartbreak or anxiety
Παραδείγματα
I could see the pain in his eyes when he spoke.
Μπορούσα να δω τον πόνο στα μάτια του όταν μιλούσε.
03
πόνος
a somatic sensation of acute discomfort
04
πρόβλημα, πηγή δυστυχίας
something or someone that causes trouble; a source of unhappiness
05
προβληματικός, ενοχλητικός
an annoying or troublesome person
Παραδείγματα
My little brother is a pain sometimes.
Ο μικρός μου αδερφός είναι μερικές φορές προβληματικός.
to pain
01
προκαλώ πόνο, πληγώνω
to cause suffering or discomfort to the body
Transitive: to pain sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pain
γ΄ ενικό πρόσωπο
pains
ενεστώτα μετοχή
paining
απλός αόριστος
pained
παθητική μετοχή
pained
Παραδείγματα
The injury to her ankle pained her with every step.
Ο τραυματισμός στον αστράγαλό της την πονούσε με κάθε βήμα.
02
πληγώνω, θλίβω
to cause emotional distress or sorrow
Transitive: to pain sb
Παραδείγματα
His harsh criticism pained her more than he realized.
Η σκληρή κριτική του την πλήγωσε περισσότερο από όσο συνειδητοποιούσε.
Λεξικό Δέντρο
painful
painless
pain



























