Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
painless
01
ανώδυνος, χωρίς πόνο
not involving any pain or discomfort
Παραδείγματα
The process was designed to be as painless as possible for the patient.
Η διαδικασία σχεδιάστηκε να είναι όσο το δυνατόν ανώδυνη για τον ασθενή.
Παραδείγματα
The transition to the new system was painless, with no issues.
Η μετάβαση στο νέο σύστημα ήταν ανώδυνη, χωρίς προβλήματα.
Λεξικό Δέντρο
painlessly
painless
pain



























