painless
Pronunciation
/ˈpeɪnɫəs/

Ορισμός και σημασία του "painless"στα αγγλικά

01

ανώδυνος, χωρίς πόνο

not involving any pain or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most painless
συγκριτικός βαθμός
more painless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The process was designed to be as painless as possible for the patient.
Η διαδικασία σχεδιάστηκε να είναι όσο το δυνατόν ανώδυνη για τον ασθενή.
1.1

ανώδυνος, εύκολος

easy to endure or accomplish
Παραδείγματα
The transition to the new system was painless, with no issues.
Η μετάβαση στο νέο σύστημα ήταν ανώδυνη, χωρίς προβλήματα.

Λεξικό Δέντρο

painlessly
painless
pain
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store