Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overlap
01
επικαλύπτω, αλληλεπικαλύπτομαι
to extend across and cover a part of something else
Intransitive
Παραδείγματα
The responsibilities of the two departments overlapped, causing confusion.
Οι ευθύνες των δύο τμημάτων επικαλύπτονταν, προκαλώντας σύγχυση.
02
επικαλύπτομαι, συμπίπτω
to happen or occur at the same time as something else
Intransitive: to overlap | to overlap with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
overlap
γ΄ ενικό πρόσωπο
overlaps
ενεστώτα μετοχή
overlapping
απλός αόριστος
overlapped
παθητική μετοχή
overlapped
Παραδείγματα
The academic semesters overlap, making it hard to transfer credits.
Οι ακαδημαϊκές εξάμηνα επικαλύπτονται, δυσκολεύοντας τη μεταφορά πιστώσεων.
Overlap
01
επικάλυψη, επικάλυμμα
a part that extends over another, creating a layer that partially covers or reinforces it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overlaps
Παραδείγματα
The overlap in the edges of the documents kept them secure in the folder.
Η επικάλυψη στις άκρες των εγγράφων τα κράτησε ασφαλή στο φάκελο.
02
επικάλυψη
the property of partial coincidence in time
03
επικάλυψη, αλληλεπικάλυψη
a representation of common ground between theories or phenomena
Λεξικό Δέντρο
overlap
lap



























