Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overlap
01
επικαλύπτω, αλληλεπικαλύπτομαι
to extend across and cover a part of something else
Intransitive
Παραδείγματα
The two rugs overlap in the center of the room.
Τα δύο χαλιά επικαλύπτονται στο κέντρο του δωματίου.
02
επικαλύπτομαι, συμπίπτω
to happen or occur at the same time as something else
Intransitive: to overlap | to overlap with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
overlap
γ΄ ενικό πρόσωπο
overlaps
ενεστώτα μετοχή
overlapping
απλός αόριστος
overlapped
παθητική μετοχή
overlapped
Παραδείγματα
Their work shifts overlap for two hours each day.
Οι βάρδιες εργασίας τους επικαλύπτονται για δύο ώρες κάθε μέρα.
Overlap
01
επικάλυψη, επικάλυμμα
a part that extends over another, creating a layer that partially covers or reinforces it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overlaps
Παραδείγματα
The overlap of the roof panels ensured the house stayed waterproof.
Η επικάλυψη των πάνελ της στέγης εξασφάλιζε ότι το σπίτι παρέμενε αδιάβροχο.
02
επικάλυψη
the property of partial coincidence in time
03
επικάλυψη, αλληλεπικάλυψη
a representation of common ground between theories or phenomena
Λεξικό Δέντρο
overlap
lap



























