overflowing
o
ˌəʊ
ew
ver
flowing
ˈfləʊɪng
flewing

Ορισμός και σημασία του "overflowing"στα αγγλικά

overflowing
01

ξεχειλίζων, γεμάτος

filled beyond capacity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overflowing
συγκριτικός βαθμός
more overflowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The streets were overflowing with trash after the festival. 

Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι σκουπίδια μετά το φεστιβάλ.

02

ξεχειλίζων, καλυμμένος με νερό

covered with water 

Λεξικό Δέντρο

overflowing
flowing
flow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store