overflowing
Pronunciation
/ˈoʊvɝˌfɫoʊɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "overflowing"στα αγγλικά

overflowing
01

ξεχειλίζων, γεμάτος

filled beyond capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overflowing
συγκριτικός βαθμός
more overflowing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The store was overflowing with customers on Black Friday.
Το κατάστημα ξεχείλιζε από πελάτες την Μαύρη Παρασκευή.
02

ξεχειλίζων, καλυμμένος με νερό

covered with water

Λεξικό Δέντρο

overflowing
flowing
flow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store