overflowing
o
ˈoʊ
ου
ver
vər
βαρ
flowing
ˌfloʊɪng
φλουινγκ
/ˌə‍ʊvəflˈə‍ʊɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "overflowing"στα αγγλικά

overflowing
01

ξεχειλίζων, γεμάτος

filled beyond capacity
Παραδείγματα
The store was overflowing with customers on Black Friday.
Το κατάστημα ξεχείλιζε από πελάτες την Μαύρη Παρασκευή.
02

ξεχειλίζων, καλυμμένος με νερό

covered with water

Λεξικό Δέντρο

overflowing
flowing
flow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store