Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overgrazing
01
υπερβόσκηση, υπερβολική βόσκηση
the act of allowing animals to eat too much grass in an area, which damages the land and prevents new grass from growing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The effects of overgrazing were visible in the damaged fields.
Τα αποτελέσματα της υπερβόσκησης ήταν ορατά στα κατεστραμμένα χωράφια.
Λεξικό Δέντρο
overgrazing
grazing



























