to overflow
o
ˌəʊ
ew
ver
flow
ˈfləʊ
flew
overgrow
overflown

Ορισμός και σημασία του "overflow"στα αγγλικά

to overflow
01

ξεχειλίζω, υπερβαίνω

to spill or exceed a brim or limit 
Intransitive
to overflow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
overflow
γ΄ ενικό πρόσωπο
overflows
ενεστώτα μετοχή
overflowing
απλός αόριστος
overflowed
παθητική μετοχή
overflowed
Παραδείγματα
Water overflowed from the bathtub onto the bathroom floor. 

Το νερό ξέχυσε από την μπανιέρα στο πάτωμα του μπάνιου.

02

ξεχειλίζω, γεμίζω

to have so much of a feeling or quality that it becomes evident 
Intransitive: to overflow with an emotion
Παραδείγματα
She overflowed with happiness when she saw her family again. 

Ξεχείλιζε από χαρά όταν είδε ξανά την οικογένειά της.

01

υπερχείλιση, μεγάλη ροή

a large flow 
overflow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overflows
02

υπερχείλιση, ξεχείλισμα

the occurrence of surplus liquid (as water) exceeding the limit or capacity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store