overhang
o
ˈoʊ
ου
ver
vər
βαρ
hang
ˌhæng
χαινγκ
/ˌəʊvəhˈaŋ/

Ορισμός και σημασία του "overhang"στα αγγλικά

01

προεξοχή, κρέμασμα

projection that extends beyond or hangs over something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overhangs
to overhang
01

εξέχω, κρέμομαι

to extend outwards beyond the edge or surface of an object or structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overhang
γ΄ ενικό πρόσωπο
overhangs
ενεστώτα μετοχή
overhanging
απλός αόριστος
overhung
παθητική μετοχή
overhung
Παραδείγματα
The balcony overhung the street below, offering onlookers a view of the busy sidewalk.
Το μπαλκόνι προεξείχε πάνω από τον δρόμο κάτω, προσφέροντας στους θεατές μια θέα του πολυσύχναστου πεζοδρομίου.
02

προεξέχω, κρέμομαι

project over
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store