overhang
o
ˈəʊ
ew
ver
hang
ˌhæng
hāng
overlong

Ορισμός και σημασία του "overhang"στα αγγλικά

01

προεξοχή, κρέμασμα

projection that extends beyond or hangs over something else 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overhangs
to overhang
01

εξέχω, κρέμομαι

to extend outwards beyond the edge or surface of an object or structure 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overhang
γ΄ ενικό πρόσωπο
overhangs
ενεστώτα μετοχή
overhanging
απλός αόριστος
overhung
παθητική μετοχή
overhung
Παραδείγματα
The cliff overhangs the river, casting a shadow on the water below. 

Ο γκρεμός κρέμεται πάνω από το ποτάμι, ρίχνοντας μια σκιά στο νερό από κάτω.

02

προεξέχω, κρέμομαι

project over 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store