Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overhang
01
προεξοχή, κρέμασμα
projection that extends beyond or hangs over something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overhangs
to overhang
01
εξέχω, κρέμομαι
to extend outwards beyond the edge or surface of an object or structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overhang
γ΄ ενικό πρόσωπο
overhangs
ενεστώτα μετοχή
overhanging
απλός αόριστος
overhung
παθητική μετοχή
overhung
Παραδείγματα
The cliff overhangs the river, casting a shadow on the water below.
Ο γκρεμός κρέμεται πάνω από το ποτάμι, ρίχνοντας μια σκιά στο νερό από κάτω.
02
προεξέχω, κρέμομαι
project over
Λεξικό Δέντρο
overhang
hang



























