Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overhang
01
προεξοχή, κρέμασμα
projection that extends beyond or hangs over something else
to overhang
01
εξέχω, κρέμομαι
to extend outwards beyond the edge or surface of an object or structure
Παραδείγματα
The balcony overhung the street below, offering onlookers a view of the busy sidewalk.
Το μπαλκόνι προεξείχε πάνω από τον δρόμο κάτω, προσφέροντας στους θεατές μια θέα του πολυσύχναστου πεζοδρομίου.
02
προεξέχω, κρέμομαι
project over
Λεξικό Δέντρο
overhang
hang



























