overfishing
o
ˈəʊ
ew
ver
fi
ˌfɪ
fi
shing
ʃɪng
shing

Ορισμός και σημασία του "overfishing"στα αγγλικά

01

υπεραλίευση, υπερβολική αλιεία

the act of catching too many fish from a body of water, leading to a decrease in fish populations and harm to the ecosystem 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Overfishing has caused a sharp decline in tuna populations worldwide. 

Η υπεραλίευση έχει προκαλέσει μια απότομη πτώση των πληθυσμών τόνου παγκοσμίως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overfishing
fishing
fish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store