Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obturate
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obturates
ενεστώτα μετοχή
obturating
απλός αόριστος
obturated
παθητική μετοχή
obturated
Παραδείγματα
The surgeon used a plug to obturate the blood vessel.
Ο χειρουργός χρησιμοποίησε ένα βύσμα για να φράξει το αιμοφόρο αγγείο.
Λεξικό Δέντρο
obtrusive
obturator
obturate
obtur



























