to obturate
ob
ˈɒb
ob
tu
tjʊə
tyue
rate
reɪt
reit
obdurate

Ορισμός και σημασία του "obturate"στα αγγλικά

to obturate
01

φράσσω, κλείνω

to block or stop up a passage, opening, or channel 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obturates
ενεστώτα μετοχή
obturating
απλός αόριστος
obturated
παθητική μετοχή
obturated
Παραδείγματα
The surgeon used a plug to obturate the blood vessel. 

Ο χειρουργός χρησιμοποίησε ένα βύσμα για να φράξει το αιμοφόρο αγγείο.

Λεξικό Δέντρο

obtrusive
obturator
obturate
obtur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store