Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obviate
01
καταργώ την ανάγκη, εξαλείφω την επιπλοκή
to eliminate a requirement or complication by providing a solution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obviates
ενεστώτα μετοχή
obviating
απλός αόριστος
obviated
παθητική μετοχή
obviated
Παραδείγματα
The built-in GPS obviates the need for printed maps.
Το ενσωματωμένο GPS αποφεύγει την ανάγκη για έντυπους χάρτες.
02
προλαμβάνω, αποφεύγω
to anticipate and act in a way that prevents a negative outcome from occurring
Παραδείγματα
Improved safety protocols obviate workplace accidents.
Βελτιωμένα πρωτόκολλα ασφαλείας αποτρέπουν ατυχήματα στον χώρο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
obviating
obviation
obviate



























