occasion
o
ə
ē
cca
ˈkeɪ
kei
sion
ʒən
zhēn
occlusion

Ορισμός και σημασία του "occasion"στα αγγλικά

01

περίσταση, εκδήλωση

an official or special ceremony or event 
occasion definition and meaning
Παραδείγματα
The graduation ceremony was a momentous occasion for all the students. 

Η τελετή αποφοίτησης ήταν μια σημαντική περίσταση για όλους τους μαθητές.

02

περίσταση, γεγονός

the time at which a particular event happens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occasions
Παραδείγματα
On the occasion of her 50th birthday, she threw a grand party. 

Στην ευκαιρία των 50ων γενεθλίων της, έκανε ένα μεγάλο πάρτι.

03

αιτία, προέλευση

the cause of something 
Παραδείγματα
The heavy rainfall was the occasion of the flooding in the low-lying areas. 

Η έντονη βροχόπτωση ήταν η αιτία των πλημμυρών στις χαμηλές περιοχές.

04

περίσταση, ευκαιρία

an opportunity to do something 
05

περίσταση, γεγονός

the time of a particular event 
to occasion
01

προκαλώ, επιφέρω

to bring about something 
Transitive: to occasion sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
occasion
γ΄ ενικό πρόσωπο
occasions
ενεστώτα μετοχή
occasioning
απλός αόριστος
occasioned
παθητική μετοχή
occasioned
Παραδείγματα
The unexpected rainstorm occasioned a delay in our outdoor picnic plans. 

Η απρόσμενη καταιγίδα προκάλεσε μια καθυστέρηση στα σχέδιά μας για πικ νικ σε εξωτερικό χώρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store