Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Occasion
01
περίσταση, εκδήλωση
an official or special ceremony or event
Παραδείγματα
Their wedding day was a beautiful and memorable occasion filled with love and happiness.
Η ημέρα του γάμου τους ήταν μια όμορφη και αξέχαστη περίσταση γεμάτη αγάπη και ευτυχία.
02
περίσταση, γεγονός
the time at which a particular event happens
Παραδείγματα
It was a rare occasion when all the family members could gather together for the holidays.
Ήταν μια σπάνια περίσταση που όλα τα μέλη της οικογένειας μπορούσαν να συγκεντρωθούν για τις διακοπές.
03
αιτία, προέλευση
the cause of something
Παραδείγματα
The economic recession served as the occasion for a comprehensive review of financial policies.
Η οικονομική ύφεση χρησίμευσε ως αφορμή για μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση των οικονομικών πολιτικών.
04
περίσταση, ευκαιρία
an opportunity to do something
05
περίσταση, γεγονός
the time of a particular event
to occasion
01
προκαλώ, επιφέρω
to bring about something
Transitive: to occasion sth
Παραδείγματα
The sudden change in market trends occasioned a reassessment of our business strategy.
Η ξαφνική αλλαγή στις τάσεις της αγοράς προκάλεσε μια επανεκτίμηση της επιχειρηματικής μας στρατηγικής.
Λεξικό Δέντρο
occasional
occasion



























