Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obtain
01
αποκτώ, προμηθεύομαι
to get something, often with difficulty
Transitive: to obtain sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obtain
γ΄ ενικό πρόσωπο
obtains
ενεστώτα μετοχή
obtaining
απλός αόριστος
obtained
παθητική μετοχή
obtained
Παραδείγματα
The company has obtained a significant grant for research.
Η εταιρεία έχει αποκτήσει σημαντική επιχορήγηση για έρευνα.
02
επικρατώ, ισχύω
to be widely common, applied, or recognized
Intransitive
formal
Παραδείγματα
The tradition of celebrating Thanksgiving as a national holiday obtains in the United States.
Η παράδοση του εορτασμού της Ημέρας των Ευχαριστιών ως εθνικής αργίας ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Λεξικό Δέντρο
obtainable
obtainment
obtain



























