Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obtain
01
αποκτώ, προμηθεύομαι
to get something, often with difficulty
Transitive: to obtain sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obtain
γ΄ ενικό πρόσωπο
obtains
ενεστώτα μετοχή
obtaining
απλός αόριστος
obtained
παθητική μετοχή
obtained
Παραδείγματα
She obtains a new book from the library every week.
Αυτή αποκτά ένα νέο βιβλίο από τη βιβλιοθήκη κάθε εβδομάδα.
02
επικρατώ, ισχύω
to be widely common, applied, or recognized
Intransitive
επίσημο
Παραδείγματα
In many cultures, the custom of shaking hands as a greeting still obtains.
Σε πολλούς πολιτισμούς, η συνήθεια του χειραψίας ως χαιρετισμού ακόμη ισχύει.
Λεξικό Δέντρο
obtainable
obtainment
obtain



























