obturate
ob
ɑ:b
αμπ
tu
ʧə
τσα
rate
ˈreɪt
ρειτ
/ɒbtʃəɹˈeɪt/

Ορισμός και σημασία του "obturate"στα αγγλικά

to obturate
01

φράσσω, κλείνω

to block or stop up a passage, opening, or channel
Specialized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obturates
ενεστώτα μετοχή
obturating
απλός αόριστος
obturated
παθητική μετοχή
obturated
Παραδείγματα
Engineers designed a valve to obturate the flow during emergencies.
Οι μηχανικοί σχεδίασαν μια βαλβίδα για να φράξουν τη ροή κατά τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Λεξικό Δέντρο

obtrusive
obturator
obturate
obtur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store