Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to obturate
Specialized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
obturate
γ΄ ενικό πρόσωπο
obturates
ενεστώτα μετοχή
obturating
απλός αόριστος
obturated
παθητική μετοχή
obturated
Παραδείγματα
Engineers designed a valve to obturate the flow during emergencies.
Οι μηχανικοί σχεδίασαν μια βαλβίδα για να φράξουν τη ροή κατά τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
Λεξικό Δέντρο
obtrusive
obturator
obturate
obtur



























