Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nitpick
01
ψάχνω για μικροπράγματα, κριτικάρω ασήμαντες λεπτομέρειες
to find fault or criticize small, insignificant details
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nitpick
γ΄ ενικό πρόσωπο
nitpicks
ενεστώτα μετοχή
nitpicking
απλός αόριστος
nitpicked
παθητική μετοχή
nitpicked
Παραδείγματα
She tends to nitpick about grammar errors in written documents.
Τείνει να ψιλοκοσκινίζει τα γραμματικά λάθη σε γραπτά έγγραφα.



























