niqaabi
ni
ni
qaa
ˈkɑ:
kaa
bi
bi
bi

Ορισμός και σημασία του "niqaabi"στα αγγλικά

01

νικαμπί, ευσυνείδητη μουσουλμάνα που καλύπτει το πρόσωπο και τα χέρια της σε δημόσιους χώρους ή στην παρουσία οποιουδήποτε άνδρα εκτός της άμεσης οικογένειάς της

an observant Muslim woman who covers her face and hands when in public or in the presence of any man outside her immediate family 
niqaabi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
niqaabis
θηλυκό ενικό
niqaabi
neutral form
niqab-wearer

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store