Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
attainable
01
προσβάσιμος, εφικτός
possible to achieve or reach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most attainable
συγκριτικός βαθμός
more attainable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Achieving a healthy lifestyle is attainable through balanced diet and exercise.
Η επίτευξη ενός υγιεινού τρόπου ζωής είναι εφικτή μέσω μιας ισορροπημένης διατροφής και άσκησης.
Λεξικό Δέντρο
attainability
attainableness
unattainable
attainable
attain



























