attainment
a
ə
ē
ttain
ˈteɪn
tein
ment
mənt
mēnt
attachment

Ορισμός και σημασία του "attainment"στα αγγλικά

01

επίτευξη, κατόρθωμα

the action or fact of achieving a goal or an aim 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
attainments
Παραδείγματα
Her attainment of the highest academic honor was a result of years of hard work. 

Η επίτευξη της υψηλότερης ακαδημαϊκής τιμής από αυτήν ήταν το αποτέλεσμα χρόνων σκληρής δουλειάς.

02

επίτευξη, άφιξη

arrival at a new stage 
03

απόκτηση, δεξιότητα

an ability that has been acquired by training 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

attainment
attain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store