Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to neglect
01
παραμελώ, αμελώ
to pay little or no attention to something or someone, often leading to issues or problems
Transitive: to neglect sth
Παραδείγματα
The company neglected the warnings about the changing market trends, and now they face financial challenges.
Η εταιρεία αγνόησε τις προειδοποιήσεις σχετικά με τις αλλαγές στις τάσεις της αγοράς, και τώρα αντιμετωπίζει οικονομικές προκλήσεις.
02
παραμελώ, αμελώ
to fail to complete or attend to a task or responsibility
Transitive: to neglect a responsibility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
neglect
γ΄ ενικό πρόσωπο
neglects
ενεστώτα μετοχή
neglecting
απλός αόριστος
neglected
παθητική μετοχή
neglected
Παραδείγματα
He neglected his homework and missed the deadline.
Παρέλειψε τις εργασίες του και έχασε την προθεσμία.
03
παραμελώ, αμελώ
to fail to give adequate attention or care to someone or something
Transitive: to neglect sb/sth
Παραδείγματα
The child was neglected by his parents and didn’t receive the proper care he needed.
Το παιδί παραμελήθηκε από τους γονείς του και δεν έλαβε τη σωστή φροντίδα που χρειαζόταν.
04
παραμελώ, παραλείπω
to fail to do something, particularly as a result of carelessness
Transitive: to neglect to do sth
Παραδείγματα
The landlord neglected to repair the leaking roof, causing water damage to the apartment.
Ο ιδιοκτήτης παράλειψε να επισκευάσει τη στάξιμο στέγη, προκαλώντας ζημιές από νερό στο διαμέρισμα.
Neglect
01
αμέλεια, παραμέληση
failure to give proper attention, care, or consideration to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neglects
Παραδείγματα
The child suffered from parental neglect.
Το παιδί υπέφερε από γονεϊκή αμέλεια.
1.1
αμέλεια, εγκατάλειψη
the condition of being unused, abandoned, or left uncared-for
Παραδείγματα
The old house showed signs of long-term neglect.
Το παλιό σπίτι έδειχνε σημάδια μακροπρόθεσμης αμέλειας.
02
αμέλεια, παραμέληση
a habitual disposition to ignore responsibilities or to show lack of concern
Παραδείγματα
His chronic neglect of household chores frustrated everyone.
Η χρόνια αμέλεια του στις οικιακές εργασίες απογοήτευσε όλους.
Λεξικό Δέντρο
neglected
neglecter
neglect



























