Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neglectful
01
αμελής, απρόσεκτος
failing to fulfill one's responsibilities or obligations, often resulting in harm or detriment towards others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most neglectful
συγκριτικός βαθμός
more neglectful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The neglectful caregiver failed to provide proper care for the elderly resident, resulting in their deteriorating health.
Ο απρόσεκτος φροντιστής απέτυχε να παρέχει την κατάλληλη φροντίδα στον ηλικιωμένο κάτοικο, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας του.
02
αμελής, απρόσεκτος
failing to provide enough attention and care
Λεξικό Δέντρο
neglectfully
neglectfulness
neglectful
neglect



























