Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to modify
01
τροποποιώ, προσαρμόζω
to make minor changes to something so that it is more suitable or better
Transitive: to modify sth
Παραδείγματα
The tailor often modifies dresses to ensure a perfect fit.
Ο ράφτης συχνά τροποποιεί τα φορέματα για να εξασφαλίσει μια τέλεια εφαρμογή.
02
τροποποιώ, μαλακώνω
to alter something in order to make it less extreme or intense
Transitive: to modify sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
modify
γ΄ ενικό πρόσωπο
modifies
ενεστώτα μετοχή
modifying
απλός αόριστος
modified
παθητική μετοχή
modified
Παραδείγματα
The professor modified the exam requirements to make it less challenging for the students.
Ο καθηγητής τροποποίησε τις απαιτήσεις των εξετάσεων για να τις κάνει λιγότερο απαιτητικές για τους μαθητές.
03
τροποποιώ, περιγράφω
to add additional information to a word, phrase, or clause
Transitive: to modify a word, phrase, or clause
Παραδείγματα
Adjectives modify nouns or pronouns to provide descriptive details.
Τα επίθετα τροποποιούν τα ουσιαστικά ή τις αντωνυμίες για να παρέχουν περιγραφικές λεπτομέρειες.
04
τροποποιώ, αλλάζω
to alter or change the genetic makeup of an organism through genetic engineering techniques
Transitive: to modify genes or cells
Παραδείγματα
Researchers have successfully modified bacteria to produce insulin for medical treatments.
Οι ερευνητές έχουν τροποποιήσει με επιτυχία βακτήρια για να παράγουν ινσουλίνη για ιατρικές θεραπείες.
Λεξικό Δέντρο
modifiable
modified
modifier
modify
mod



























