Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Modification
01
τροποποίηση, αλλαγή
the act of making small changes in something, usually for an enhancement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
modifications
Παραδείγματα
The modification of the car’s engine increased its performance.
Η τροποποίηση του κινητήρα του αυτοκινήτου αύξησε την απόδοσή του.
02
τροποποίηση, αλλαγή
slightly modified copy; not an exact copy
03
τροποποίηση, αλλαγή
an event that occurs when something passes from one state or phase to another
04
τροποποίηση
the grammatical relation that exists when a word qualifies the meaning of the phrase



























