Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His apology seemed a mere formality, lacking sincerity and depth.
Η συγγνώμη του φαινόταν απλώς μια τυπικότητα, χωρίς ειλικρίνεια και βάθος.
02
απλός, μόνο
used to highlight that even the slightest suggestion or presence of something is enough to have a significant impact on a situation or a person's mood
Παραδείγματα
She found solace in the mere sound of rain tapping against her window.
Βρήκε παρηγοριά στον απλό ήχο της βροχής που χτυπούσε στο παράθυρό της.
03
απλός, μόνο
used to highlight how insignificant, minor, or small something is
Παραδείγματα
It's a mere scratch.
Είναι απλώς ένα μικρό γδάρσιμο.
Mere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meres
Παραδείγματα
The children loved to play by the mere, watching the ducks glide across the water.
Τα παιδιά αγαπούσαν να παίζουν δίπλα στη λιμνούλα, παρακολουθώντας τις πάπιες να γλιστρούν στο νερό.
Λεξικό Δέντρο
merely
mere



























