Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mercy
01
έλεος, οίκτος
compassion shown toward someone who could be punished, especially by a person or authority responsible for justice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The judge showed mercy and reduced the sentence.
Ο δικαστής έδειξε έλεος και μείωσε την ποινή.
02
έλεος, συμπόνια
an inclination to show kindness or forgiveness toward others
Παραδείγματα
She treated everyone with mercy, even her rivals.
Συμπεριφέρθηκε σε όλους με έλεος, ακόμα και στους αντιπάλους της.
03
έλεος, συμπόνια
a deep emotional response that inspires one to act with kindness or empathy toward another's misfortune
Παραδείγματα
Mercy stirred in her heart as she watched the child shiver in the cold.
Έλεος αναστάτωσε την καρδιά της καθώς παρακολουθούσε το παιδί να τρέμει από το κρύο.
04
έλεος, οίκτος
the act of relieving suffering or distress
Παραδείγματα
The volunteers brought mercy to the disaster victims.
Οι εθελοντές έφεραν έλεος στα θύματα της καταστροφής.
05
χάρη, ευλογία
a blessing, favor, or fortunate circumstance for which one feels gratitude
Παραδείγματα
It was a mercy that the storm passed without causing damage.
Ήταν έλεος που η καταιγίδα πέρασε χωρίς να προκαλέσει ζημιές.
Λεξικό Δέντρο
merciful
merciless
mercy



























