Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
masculine
01
ανδρικός, αρρενωπός
related to qualities, characteristics, or behaviors typically associated with men
Παραδείγματα
The masculine physique of the bodybuilder was evident in his strong muscles and broad shoulders.
Η ανδρική φυσιογνωμία του μπόντιμπίλντερ ήταν εμφανής στους δυνατούς μυς και τους φαρδιούς ώμους του.
02
αρσενικός
(of a language's grammar) referring to males
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In languages with grammatical gender, such as Spanish or French, nouns like ' el libro' (the book) or 'le garçon' (the boy) are classified as masculine.
Σε γλώσσες με γραμματικό γένος, όπως τα ισπανικά ή τα γαλλικά, ουσιαστικά όπως 'el libro' (το βιβλίο) ή 'le garçon' (το αγόρι) ταξινομούνται ως αρσενικά.
03
αρσενικός, αρσενική λήξη
ending on a stressed beat in music or a stressed syllable in poetry
Παραδείγματα
The march concluded with a masculine ending.
Η πορεία ολοκληρώθηκε με αρσενική κατάληξη.
Masculine
01
αρσενικό, αρσενικό γένος
a grammatical or social gender typically associated with male persons or male-classified objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masculines
Παραδείγματα
In French, "homme" is a masculine.
Στα γαλλικά, το "homme" είναι αρσενικό.



























