mascara
mas
mæs
mās
ca
ˈkɑ:
kaa
ra
ra
ra
excretaproveraariettacaldera

Ορισμός και σημασία του "mascara"στα αγγλικά

01

μάσκαρα, ριμέλ

a black make-up used to lengthen or darken the eyelashes 
mascara definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mascaras
Παραδείγματα
She applied mascara to make her eyes stand out during the event. 

Εφάρμοσε μάσκαρα για να κάνει τα μάτια της να ξεχωρίζουν κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store